A Small Thing
It is not a small thing, this feeling
of not belonging.
You recognize it at once.
You have known it before.
And yet, here—
the mountain remains where it has always been,
the sea performing its small, tireless motions,
the village enduring the heat
without complaint.
You walk its narrow ways.
Dust gathers on your skin.
The cicadas persist.
On the pier, the boats rise and fall
in water of an unreasonable blue.
You take what is offered.
Coffee. Wine. Fish.
Oil bright on the tongue.
The faint insistence of rosemary.
For a moment, you are persuaded
this might be enough.
That such a place
could receive you without question.
But you recall
how such ideas are formed.
There was a time
when love required proof,
and proof was never sufficient.
You learned then
to stand slightly apart.
Even now, you consider
whether this sense of belonging
is merely a brief accommodation,
a courtesy extended by light and season.
Still—
you remain.
Breathing, as if it were permitted.
Κάτι Μικρό
Δεν είναι μικρό πράγμα
το αίσθημα ότι δεν ανήκεις.
Το αναγνωρίζεις αμέσως—
είναι γνώριμο.
Εδώ όμως όλα παραμένουν όπως πρέπει.
Το βουνό δεν μετακινήθηκε.
Η θάλασσα επαναλαμβάνει
τις ίδιες, γνωστές κινήσεις.
Το χωριό υπομένει τη ζέστη
με την συνηθισμένη του αξιοπρέπεια.
Περπατείς λίγο.
Στα στενά. Ως την προβλήτα.
Η σκόνη μένει επάνω σου.
Τα τζιτζίκια δεν σιωπούν.
Τα μικρά πλοία ανεβαίνουν και κατεβαίνουν
σε ένα νερό υπερβολικά γαλάζιο—
όπως πάντοτε.
Σου προσφέρονται τα συνηθισμένα.
Καφές, κρασί, ψάρι.
Λίγο λάδι.
Λίγο δεντρολίβανο.
Και για μια στιγμή
σκέπτεσαι πως αυτό αρκεί.
Πως ίσως ένας τέτοιος τόπος
θα μπορούσε να σε δεχθεί
χωρίς άλλες απαιτήσεις.
Αλλά γνωρίζεις
από πού προέρχονται τέτοιες σκέψεις.
Υπήρξε καιρός
που η αγάπη ζητούσε αποδείξεις.
Και καμμία απόδειξη δεν ήταν αρκετή.
Από τότε
στέκεσαι κάπως παράμερα.
Έτσι και τώρα—
αμφιβάλλεις.
Μήπως αυτό το αίσθημα του ανήκειν
είναι απλώς μια πρόσκαιρη ευμένεια,
του φωτός, της εποχής.
Δεν επιμένεις.
Μένεις μόνο λίγο ακόμη.
Αναπνέεις.